Μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, μπορεί ο άνδρας ή η γυναίκα να αναζητήσει από το δικαστήριο, το ποσοστό συμμετοχής τους στην απόκτηση των κινητών ή ακινήτων που αποκτήθηκαν κατά την διάρκεια του γάμου στο όνομα του συζύγου τους, κατά ένα ποσοστό βέβαια, ανάλογα με την συνεισφορά τους στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων. Το δικαίωμα αυτό είναι ενοχικό, δηλαδή αναζητείται σε χρήμα η συνεισφορά αυτή, ανάλογα με την αξία των περιουσιακών στοιχείων, κατά την συζήτηση της αγωγής.
Επομένως ένα από τα κριτήρια για να αναζητήσουμε την συνεισφορά μας στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου στο όνομα του συζύγου μας είναι η έγγαμη συμβίωση.
Ωστόσο , αν δεν έχουμε γάμο, αλλά ελεύθερη συμβίωση και πάλι μπορούμε να αναζητήσουμε σε χρήμα την συνεισφορά μας στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου επ ονόματι του συντρόφου μας, μεγάλης αξίας, αν και εφόσον μας δημιουργήθηκε η πεποίθεση ότι θα γίνονταν ο γάμος, αλλά τελικά αυτός δεν έγινε, γιατί επήλθε ο χωρισμός του ζευγαριού, με τις διατάξεις περί αδικαολογήτου πλουτισμού.
Έτσι η απόφαση του Αρείου Πάγου (1751/2014) έκρινε πως αν υπάρχει περιουσιακό αντικείμενο πολύ μεγάλης αξίας και έχει δημιουργεί τέτοια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών και υπόσχεση για τυχόν μέλλοντα γάμο τότε η αιτία δεν γίνεται από πρόθεση ελευθεριότητας, άρα δεν υπάρχει νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, αλλά αιτία λήξασα ή μη επακολουθήσασα.
Συμπέρασμα με παράδειγμα : Τι σημαίνει αυτό πρακτικά. Ζευγάρι που δεν παντρεύτηκε, αλλά είναι αρκετά χρόνια μαζί, με προσδοκία γάμου, αποκτάει ένα μεγάλο περιουσιακό στοιχείο επ ονόματι του ενός εκ των δύο. Στην περίπτωση αυτή, υπό τις άνω προυποθέσεις, μπορεί αυτός που συνέβαλε στην απόκτηση του περιουσιακού στοιχείου και δεν είναι επ ονόματί του το περιουασιακό στοιχείο, να αξιώσει από το δικαστήριο σε χρήμα ένα ποσοστό, από 1/3, έως και 2/3, το οποίο είναι ερευνητέο από το δικαστήριο.

